Κυριακή, 10 Φεβρουαρίου 2008

Ήταν τρελή,
σαν τον τρελό βοριά που της ανακάτευε τα μαλλιά και της ξύριζε το μέτωπο. Χανόταν στα κύματα, κρυβόταν πίσω από τις καλαμιές, μιλούσε με τους γλάρους και χόρευε πάνω στην άμμο ανάμεσα στις φωτιές τ' Αϊ Γιαννιού.
Όταν έβρεχε, άπλωνε τα χέρια της κι άφηνε τις σταγόνες να τρέχουν στα μαλλιά της και στο καμμένο από τον ήλιο πρόσωπό της.

Ήταν ερωτευμένη, όπως τα περιστέρια στον ακάλυπτο της πολυκατοικίας. Πετούσε πάνω από την πόλη, χανόταν μέσα στα φώτα, έτρεχε στις λεωφόρους, χαιρετούσε τα αγάλματα, φλέρταρε με τον κίνδυνο, χόρευε μέσα στη νύχτα, πείραζε τους περαστικούς, αγαπούσε το σύμπαν, αγνοούσε τον πόνο, ξεχνούσε την καταιγίδα.

Ήταν εγκατελειμένη,
όπως οι άστεγοι στα παγκάκια του πάρκου.
Μετρούσε βαριεστημένα βήματα, έπιανε μια γωνιά, κουλουριαζόταν, έκλαιγε κι εκεί την έπαιρνε ο ύπνος.
Ήταν λαβωμένη, όπως το περιστέρι που βρέθηκε ένα πρωϊνό στη βεράντα της.
Ένας άνεμος κακός της έπαιρνε την ψυχή. Το στόμα της ήταν πικρό κι η ζωή της άοσμη, άχρωμη κι άγευστη.
Περπατούσε με σκυμμένο το κεφάλι και με τη γραμμή της μελαγχολίας στο βλέμμα. Αγόραζε λίγη χαρά και την πουλούσε σε τιμή ευκαιρίας, γιατί ήταν κάλπικη. Κουρελιασμένη, εξαντλημένη κι άψυχη, μάζεψε τ' αποκαϊδια της κι έβαλε τα δυνατά της ν' αντέξει.


Ήταν αγέρωχη,
όπως τα αγάλματα που της άρεσε να χαιρετάει περνώντας γρήγορα από μπροστά τους.
Ψηλά, πολύ ψηλά κοιτούσε μακριά, πολύ μακριά, δυνατή κι ατράνταχτη.
Είχε γίνει πέτρινη, μαρμαρένια, χωρίς όμως να χάσει την ψυχή της.
Κρατούσε ένα δόρυ και μια ασπίδα για να κρατάει μακριά της όσους ήθελαν ακόμα να της κάνουν κακό και μ' ένα πλατύ χαμόγελο άφηνε να την πλησιάζουν μόνο αυτοί που δεν την φοβούνταν γιατί την αγαπούσαν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: